
Αλίκη Κρυωνά, Marketing & New Brand Manager: “Ένα φυσικό καλλυντικό, για εμάς, δεν τελειώνει στο συστατικό, αλλά αξιολογείται σε κάθε στάδιο της ζωής του».
Η lavera γεννήθηκε σε μια εποχή που τα φυσικά καλλυντικά ήταν σχεδόν ριζοσπαστική ιδέα. Ο ιδρυτής της πίστεψε ότι η φύση και η επιστήμη δεν είναι αντίθετες έννοιες και το απέδειξε στην πράξη.
Σήμερα, η lavera διαθέτει ένα ολοκληρωμένο portfolio προϊόντων περιποίησης προσώπου, σώματος, μαλλιών και μακιγιάζ, όλα πιστοποιημένα, vegan και cruelty-free, συνδυάζοντας την επιστημονική γνώση με τη δύναμη της φύσης.
Η Αλίκη Κρυωνά, Marketing & New Brand Manager της lavera μάς μιλάει για την πράσινη φιλοσοφία της Εταιρείας, με αφορμή τη δωρεά που έκαναν στην Trees4Greece για το έργο της στα σχολεία.
Πώς ορίζετε τη βιωσιμότητα στη lavera και πώς ενσωματώνεται στη συνολική φιλοσοφία της εταιρείας;
Για τη lavera, η βιωσιμότητα δεν είναι στρατηγική επικοινωνίας. Είναι δομικό στοιχείο της ύπαρξής της. Από το 1987, η εταιρεία εξελίσσεται με τη βαθιά πεποίθηση ότι κάθε προϊόν οφείλει να σέβεται τον φυσικό κύκλο της ζωής και τον άνθρωπο που το εμπιστεύεται στην καθημερινότητά του.
Αυτή η φιλοσοφία αποτυπώνεται σε κάθε στάδιο της δημιουργίας ενός προϊόντος: στον τρόπο που επιλέγονται οι πρώτες ύλες, στη φροντίδα με την οποία ελέγχεται η πορεία τους μέχρι το τελικό αποτέλεσμα, στη σταθερή προσήλωση σε πιστοποιημένες φυσικές συνθέσεις. Η βιωσιμότητα για τη lavera δεν είναι κάτι που «προστίθεται» στο τέλος της διαδικασίας για να ειπωθεί. Είναι κάτι που χτίζεται από την πρώτη σκέψη, με συνέπεια, ευθύνη και σεβασμό — και παραμένει εκεί, αθόρυβα, σε κάθε χρήση.
Τι σημαίνει για εσάς «φυσικό καλλυντικό» σε επίπεδο περιβαλλοντικού αποτυπώματος;
Ένα φυσικό καλλυντικό, για εμάς, δεν τελειώνει στο συστατικό. Αξιολογείται σε κάθε στάδιο της ζωής του: από τη βιολογική καλλιέργεια των φυτών, στην ενεργειακά αποδοτική παραγωγή, μέχρι τη συσκευασία που μπορεί να ανακυκλωθεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η συνεχής αναβάθμιση των συσκευασιών μας, με αυξημένο ποσοστό ανακυκλωμένου πλαστικού και μείωση περιττών υλικών. Για τη lavera, η φυσικότητα δεν είναι εικόνα — είναι μετρήσιμο αποτέλεσμα.

Πώς διασφαλίζετε ότι οι πρώτες ύλες σας είναι φιλικές προς το περιβάλλον και προέρχονται από υπεύθυνες πηγές;
Η επιλογή πρώτων υλών βασίζεται σε αυστηρά κριτήρια: πιστοποιημένες βιολογικές καλλιέργειες, διαφάνεια προέλευσης και μακροχρόνιες συνεργασίες με προμηθευτές που μοιράζονται τις ίδιες αξίες. Πολλά από τα φυτικά εκχυλίσματα που χρησιμοποιούμε προέρχονται από ελεγχόμενες καλλιέργειες, ενώ επενδύουμε σταθερά στην έρευνα για πιο ήπιες και βιώσιμες εναλλακτικές πρώτες ύλες.
Για εμάς, κάθε συστατικό πρέπει να σέβεται όχι μόνο το δέρμα, αλλά και το οικοσύστημα από το οποίο προέρχεται.

Πώς βλέπετε τον ρόλο των επιχειρήσεων καλλυντικών στην προστασία του περιβάλλοντος;
Οι επιχειρήσεις καλλυντικών έχουν σήμερα έναν ρόλο που ξεπερνά το προϊόν. Διαμορφώνουν συνήθειες, αξίες και προσδοκίες. Πιστεύουμε ότι τα brands ομορφιάς οφείλουν να λειτουργούν ως πρότυπα υπεύθυνης επιχειρηματικότητας, αποδεικνύοντας ότι η ανάπτυξη μπορεί να συμβαδίζει με τον σεβασμό στη φύση — χωρίς «πράσινες» υπερβολές ή εύκολες υποσχέσεις.
Ποιες πρωτοβουλίες έχετε αναλάβει για τη μείωση πλαστικού και αποβλήτων στη συσκευασία;
Η συσκευασία αποτελεί έναν από τους βασικότερους άξονες βιωσιμότητας για τη lavera. Τα τελευταία χρόνια, η εταιρεία μας έχει επενδύσει σε αυξημένη χρήση ανακυκλωμένου πλαστικού, πλήρως ανακυκλώσιμες συσκευασίες, στον επανασχεδιασμό προϊόντων με λιγότερα υλικά.
Ακόμα και μικρές αλλαγές, όταν εφαρμόζονται σε εκατομμύρια προϊόντα, έχουν ουσιαστικό περιβαλλοντικό αντίκτυπο.
Πώς αντιμετωπίζετε το ζήτημα του ανθρακικού αποτυπώματος στην παραγωγική διαδικασία;
Αξιολογούμε συνεχώς τις παραγωγικές της διαδικασίες με στόχο τη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης και του συνολικού ανθρακικού αποτυπώματος.
Η προσέγγισή μας βασίζεται στη συνεχή παρακολούθηση, στη βελτιστοποίηση και στην αναζήτηση πιο βιώσιμων λύσεων. Για εμάς, η πρόοδος έρχεται μέσα από σταθερά, ρεαλιστικά βήματα.
Πώς μπορούν δράσεις όπως η δενδροφύτευση να συνδεθούν με τον επιχειρηματικό κόσμο και τα brands ομορφιάς;
Δράσεις όπως η δενδροφύτευση αποκτούν πραγματική αξία όταν δεν αντιμετωπίζονται ως μια στιγμιαία πράξη προβολής, αλλά ως συνέχεια μιας συνολικής στάσης ζωής. Όταν εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο σεβασμού προς τη φύση, τότε παύουν να είναι «δράσεις» και γίνονται δέσμευση.
Για τα brands ομορφιάς, η σχέση με τη φύση είναι βαθιά και ουσιαστική. Από εκεί προέρχονται τα φυτικά εκχυλίσματα, τα έλαια, τα ενεργά συστατικά που αγγίζουν το δέρμα μας καθημερινά. Είναι λοιπόν φυσικό — και αναγκαίο — να υπάρχει επιστροφή. Όχι ως αντιστάθμιση ενοχής, αλλά ως αναγνώριση μιας σχέσης αλληλεξάρτησης.
Ένα brand που επενδύει συστηματικά στη μείωση του περιβαλλοντικού του αποτυπώματος, που επανεξετάζει τις συσκευασίες του, που επιλέγει υπεύθυνες πρώτες ύλες, μπορεί τότε να συνδέσει τη δενδροφύτευση με ουσιαστικό νόημα: ως πράξη αποκατάστασης, ως προσφορά χρόνου στη φύση, όχι ως γρήγορο σύμβολο «πράσινης συνείδησης».
Παραδείγματα τέτοιων δράσεων μπορεί να είναι η υποστήριξη προγραμμάτων αναδάσωσης σε περιοχές που έχουν πληγεί από πυρκαγιές, η συμμετοχή σε πρωτοβουλίες αποκατάστασης οικοσυστημάτων με μακροχρόνιο ορίζοντα ή η σύνδεση κάθε δενδροφύτευσης με εκπαιδευτικές δράσεις που καλλιεργούν περιβαλλοντική συνείδηση στις τοπικές κοινωνίες. Όταν η πράξη συνοδεύεται από συνέχεια και παρουσία, αποκτά ρίζες — κυριολεκτικά και συμβολικά.
Σε αυτό το πλαίσιο, η δενδροφύτευση δεν είναι μια «καλή εικόνα» για το brand. Είναι ένας τρόπος να πει: είμαστε εδώ, όχι μόνο για να αντλήσουμε, αλλά και για να στηρίξουμε. Και αυτή η στάση, όταν είναι αυθεντική, γίνεται αντιληπτή. Δεν χρειάζεται να φωνάξει. Απλώς μεγαλώνει, όπως ένα δέντρο.
Πιστεύετε ότι οι καταναλωτές σήμερα λαμβάνουν πιο συνειδητές περιβαλλοντικές αποφάσεις;
Ναι. Και όχι από μόδα. Αλλά γιατί οι άνθρωποι κουράστηκαν να τους μιλούν σαν να μην καταλαβαίνουν. Κουράστηκαν από υποσχέσεις χωρίς βάθος, από λέξεις που ακούγονται ωραίες αλλά δεν αφήνουν ίχνος.
Σήμερα, οι καταναλωτές δεν αναζητούν τελειότητα. Αναζητούν αλήθεια. Θέλουν να γνωρίζουν τι κρατούν στα χέρια τους, από πού προέρχεται και ποιον κόσμο στηρίζει η επιλογή τους. Θέλουν να νιώθουν ότι, μέσα στην καθημερινότητά τους, κάνουν κάτι μικρό αλλά ουσιαστικό — κάτι που έχει νόημα πέρα από το προϊόν.
Και όταν ένα brand επιλέγει να μιλήσει με ειλικρίνεια, χωρίς υπερβολές και χωρίς φόβο, τότε παύει να προσπαθεί να πείσει. Απλώς ανοίγεται. Παραδέχεται ότι δεν είναι τέλειο, αλλά είναι παρόν, συνεπές και πρόθυμο να εξελιχθεί.
Σε εκείνο ακριβώς το σημείο γεννιέται κάτι πιο βαθύ από την εμπιστοσύνη. Γεννιέται σχέση, μια σχέση που δε βασίζεται στο τι υπόσχεται ένα brand, αλλά στο πώς στέκεται στον χρόνο. Στις πράξεις του. Στη σιωπηλή του συνέπεια. Και αυτή η σχέση δεν χρειάζεται φωνές για να αντέξει — αντέχει γιατί είναι αληθινή.


